Πέμπτη

Η ευθύνη του ευρω - ιερατείου στην ελληνική κρίση

 

Συνειδητά ή ασυνείδητα επιχειρούν τον διχασμό

Του Δημήτρη Στεμπίλη

Για την Τετάρτη και την Πέμπτη είχαν προγραμματιστεί δύο διαδηλώσεις στο Σύνταγμα, μία εναντίον της λιτότητας, που ουσιαστικά στηρίζει την κυβέρνηση απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών, και μία με τον τίτλο «Μένουμε Ευρώπη», που διοργανώνεται από οπαδούς της συμφωνίας με τους θεσμούς χωρίς «κόκκινες γραμμές».
Η ανακοίνωση και προώθηση των δύο εκδηλώσεων που έγινε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο δημιουργίας χάσματος στην ελληνική κοινωνία σχετικά με την επίτευξη ή μη συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και εταίρων. Το ελληνικό ζήτημα φαίνεται ότι δημιουργεί ανάμικτα συναισθήματα, με τις ευρωπαϊκές ηγεσίες όμως να θέλουν να στρέψουν τις κοινωνίες τους εναντίον της κυβέρνησης Τσίπρα και των «κακών Ελλήνων».

Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, ακολούθησε μία σιωπηρή διαδικασία, πράγμα που, παρά τις εκάστοτε διακηρύξεις, είχε ως αποτέλεσμα την αδύναμη συμμετοχή των Ευρωπαίων στο κοινό οικοδόμημα. Δεν συζητήθηκαν δημόσια οι στόχοι, οι αξίες και τα αποτελέσματα. Από τις απαρχές της δημιουργίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι αποφάσεις λαμβάνονταν πίσω από κλειστές πόρτες και απλώς ανακοινώνονταν στους λαούς από τις κυβερνήσεις τους. Η συμμετοχή των πολιτών με την ψήφο τους για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1979 δημιούργησε την ψευδαίσθηση για ενεργότερη συμμετοχή των πολιτών, αλλά οι περιορισμένες αρμοδιότητές του στην λήψη αποφάσεων κατέστησαν πολύ γρήγορα σαφές ότι ο ρόλος του θα παρέμενε θεωρητικός και συμβουλευτικός.

Τη δεκαετία του ’80 η πρώτη στροφή προς τις πολιτικές οικονομικής λιτότητας δημιούργησαν μία ακόμα ψευδαίσθηση, αυτή της οικονομικής σύγκλισης μεταξύ των κρατών – μελών, ενώ την ίδια στιγμή η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο δημιουργούσε το υπόδειγμα της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, που ενδόμυχα πολλοί σύγχρονοι ευρωπαίοι συνάδελφοί της θα ήθελαν να ακολουθήσουν. Κι αυτό δεν άργησε να φανεί.

Η περιβόητη Συνθήκη του Μάαστριχτ, παρόλο που εξαγγέλθηκε ως η απάντηση της Ευρώπης στις ανακατατάξεις που δημιούργησε παγκοσμίως η πτώση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, αποτέλεσε την ταφόπλακα του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου και την αρχή του τέλους για τις χαρισματικές ευρωπαϊκές ηγεσίες, που και στην πιο φιλελεύθερη εκδοχή τους είχαν την κουλτούρα του κοινού ευρωπαϊκού οράματος.

Η εισαγωγή του ευρώ στο ευρωπαϊκό στερέωμα άλλαξε τα δεδομένα. Οι χώρες που δέχτηκαν να συμμετάσχουν, ακόμα και με πρόχειρες και επισφαλείς διαδικασίες, όπως η Ελλάδα, αποδέχτηκαν a priori τη διαρκή συμμόρφωσή τους με όρους και κανόνες που θα έθεταν η Κομισιόν, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και πάνω απ’ όλα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Ευρωπαίων ηγετών. Κατ’ αρχήν αυτό δεν αποτελεί αρνητική εξέλιξη, αν αποδεχτεί κανείς τη συμμετοχή του στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Ήταν, ωστόσο, σαφές από την αρχή ότι η εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Μάαστριχτ θα ευνοούσε την γερμανική κυριαρχία, που εκείνη την εποχή στρεφόταν στις πολιτικές σκληρής λιτότητας στο εσωτερικό της, ενώ την ίδια στιγμή εξήγε τεχνογνωσία, όπλα κ.α. στους φτωχούς εταίρους της, όπως η Ελλάδα, μέσω ενός διεφθαρμένου και διαπλεκόμενου δικτύου πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσίων λειτουργών, βλέπε Siemens, εξοπλιστικά, φοροδιαφυγή αυτοκινητοβιομηχανιών κ.α.

Χωρίς πυξίδα

Την περίοδο 2008 – 2009, όταν ενέσκηψε η κρίση, η Ευρώπη πιάστηκε απροετοίμαστη. Οι διαφορετικές οικονομικές ταχύτητες ανάμεσα στα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης και η αναποτελεσματικότητα ουσιαστικού ελέγχου από την Κομισιόν, οδήγησαν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, όπως αυτές που είδαμε στην Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Ισπανία, των οποίων το αγγλικό ακρωνύμιο PIGS, που σημαίνει «γουρούνια», ήταν δηλωτικό των επικοινωνιακών παιχνιδιών σε βάρος τους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι για την Κομισιόν «όλα έβαιναν καλώς» και χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να πληροφορηθούμε ότι, ενώ προειδοποιούσαν για την τραγική οικονομική κατάσταση την ελληνική κυβέρνηση, δεν έκαναν τίποτε για να τη σταματήσουν, όπως και οι ελληνικές κυβερνήσεις βέβαια.

Ενδεικτική της αμηχανίας(;) της Ευρώπης να αντιμετωπίσει σύνθετες καταστάσεις αλλά και της βούλησης της Γερμανίας να επιβάλει στο ακέραιο τις οικονομικές της επιλογές, αγνοώντας τις ολέθριες κοινωνικές συνέπειες που αυτές θα προκαλούσαν, στάθηκε η διαχείριση της ελληνικής κρίσης από τον Οκτώβριο του 2009 και εντεύθεν.
Η αποδοχή της εμπλοκής του ΔΝΤ a la carte, όπως είπε και Αλέξης Τσίπρας, καθώς και τα δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής οδήγησαν σε ασφυξία την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις που αποδέχτηκαν τα Μνημόνια ακολούθησαν πειθήνια τις εντολές των δανειστών, χρησιμοποιώντας σε κάθε ευκαιρία το επιχείρημα του κοινού ευρωπαϊκού οράματος και την απειλή για ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ. Η ελληνική κοινωνία, ποτισμένη για δεκαετίες με την «Μεγάλη Ιδέα» της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δεχόταν να υποβληθεί σε μεγάλες θυσίες, προσδοκώντας στο σύντομο τέλος της λιτότητας. Το βαρέλι όμως δεν έχει πάτο και οι συνταγές –το παραδέχτηκε επίσημα το ΔΝΤ- ήταν πέρα για πέρα λανθασμένες και αλυσιτελείς. Η τοξική τους διάσταση και η ανικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να χτυπήσουν την φοροδιαφυγή των ολιγαρχών μας έφεραν στο σημερινό αδιέξοδο. Τον λογαριασμό στο τέλος, όπως πάντα, τον πλήρωνε ο ελληνικός λαός, ο οποίος χαρακτηριζόταν «τεμπέλης» και «ανεπίδεκτος μαθήσεως».

Η Ευρώπη βρέθηκε έρμαιο των αγορών και αναζητούσε αποδιοπομπαίο τράγο, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού οι ανανήψασες από την κρίση ΗΠΑ έπαιζαν τον επαμφοτερίζοντα ρόλο τους, θολώνοντας τα νερά πότε συγκρουόμενες με την ευρωπαϊκή ηγεσία και πότε παρεμβαίνοντας «διδακτικά» και ασφυκτικά, όπως ο υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιού, εσχάτως στην Ελλάδα. Ο αμερικανικός παράγοντας μπορεί άνετα να υποστηριχθεί ότι δεν επιδιώκει καμία αναταραχή στην Ευρωζώνη, αφού ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έχει ως αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή, σε μία εποχή, μάλιστα, που το ουκρανικό ζήτημα παραμένει ανοιχτό και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι υπαρκτοί, αλλά δεν κάνει και τίποτε ουσιαστικό για να την αποτρέψει.

Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του στον Guardian με τίτλο «Η Ελλάδα πρέπει να σώσει την Ελλάδα για να σώσει τον εαυτό της,» ο Βρετανός ιστορικός Timothy Gaston Ash επισημαίνει τις ολέθριες συνέπειες ενός Grexit. Εκτός των άλλων, αναφέρεται στην γεωπολιτική ενίσχυση της Ρωσίας, προβλέποντας τη δημιουργία ενός ορθόδοξου τόξου στην περιοχή που θα αποδυνάμωνε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Ε.Ε. με την Τουρκία, αφού η ανταγωνιστική Ελλάδα της δραχμής θα την ωθούσε σε μεγαλύτερη προσπάθεια να γίνει η κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη, ενώ παράλληλα θα άνοιγε την όρεξη της Κίνας για μεγαλύτερη διείσδυση στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.
Ένας άλλος έγκριτος αρθρογράφος, ο Wolfdang Munchau, έγραψε στους Financial Times ότι ένα Grexit δεν συμφέρει κανέναν, αφού η αποδοχή των προγραμμάτων της τρόικας σημαίνει διπλή αυτοκτονία –τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για την πολιτική σταδιοδρομία του έλληνα πρωθυπουργού. Από την άλλη, τα160 δις ευρώ ζημιά που θα σημάνει για την Γερμανία και τη Γαλλία, αποτελούν δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια των Μέρκελ και Ολάντ, που θα χαρακτηριστούν ως οι μεγαλύτεροι «losers» στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Δεν παραλείπουμε τις ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Εκτός του ότι ακολούθησαν χωρίς αντίσταση ακόμη και τις πιο επιζήμιες για τα ελληνικά συμφέροντα πολιτικές, δεν διεκδίκησαν, έστω και αν η χώρα βρισκόταν σε δυσχερή θέση, έναν ισότιμο ρόλο στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και τα «διευθυντήρια» εξέθρεψαν την κρίση που εύλογα έχει οδηγήσει στην αύξηση των εχθρικών ομάδων προς το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αυτές οι χωρίς χάρισμα και έμπνευση ηγεσίες προσπαθούν να δαιμονοποιήσουν την ελληνική κυβέρνηση, η οποία, παρά τα όποια –ενίοτε σημαντικά- λάθη της, έχει κάνει υποχωρήσεις διεκδικώντας ωστόσο, τα αυτονόητα.

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 294

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου